

Κολοσσική κεφαλή αγάλματος Διός. Μάρμαρο. Βρέθηκε στην Αιγείρα, Αχαία, μαζί με το χέρι αρ. ευρ. 3481. Προέρχεται από το ακρόλιθο λατρευτικό άγαλμα του θεού, έργο του Αθηναίου γλύπτη Ευκλείδου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανία, περιηγητή του 2ου αι. μ.Χ. Τα μάτια ήταν ένθετα από άλλο υλικά. Β' μισό του 2ου αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογική Μουσείο. Αθήνα.
Βραχίονας από το κολοσσιαίο λατρευτικό άγαλμα του Διός. Μάρμαρο. Βρέθηκε στην Αιγείρα, μαζί με το κεφάλι. Ο Παυσανίας μας λέει (τον 2ο αιώνα π.Χ.) ότι το άγαλμα ήταν σκαλισμένα από τον Αθηναίο γλύπτη Ευκλείδη. Αυτό το αριστερό χέρι κρατούσε το σκήπτρο του θεού.

οι δέ τοι εις Ελίκην τε καί Αιγάς δώρ' ανάγουσι, (Ιλιάδα 8.203)
δήλον ως γέρα τού Ποσειδώνος επίσης έν τε Ελίκη καί εν ταίς Αιγαίς έχοντος. [13] ου πολύ δε απωτέρω Κράθιδος σημά τε εν δεξιά τής οδού καί άνδρα ευρήσεις επί τώ μνήματι ίππω παρεστώτα, αμυδράν γραφήν. οδός δε από τού τάφου σταδίων όσον τριάκοντα επί των καλούμενον Γαίον: Γής δε ιερόν εστιν ο Γαίος επίκλησιν Ευρυστέρνου, ξόανον δε τοίς μάλιστα ομοίως εστίν αρχαίον. γυνή δε η αεί των ιερωσύνην λαμβάνουσα αγιστεύει μην το από τούτου, ου μήν ουδε τά πρότερα έσται πλέον ή ενός ανδρός ες πείραν αφιγμένη. πίνουσαι δέ αίμα ταύρου δοκιμάζονται: ή δ' άν αυτών τύχη μή αληθεύουσα, αυτίκα εκ τούτου τήν δίκην έσχεν. ήν δέ υπέρ τής ιερωσύνης αφίκωνται γυναίκες «ες» αμφισβήτησιν πλέονες, η τώ κλήρω λαχούσα προτετίμηται.
XXVI. ες δέ τό επίνειον τό Αιγειρατών--όνομα τό αυτό ή τε πόλις καί τό επίνειον έχει--, ες ούν τό επίνειον Αιγειρατών δύο καί εβδομήκοντα από τού κατά τήν οδόν τήν Βουραϊκήν εισιν Ηρακλέους στάδιοι. επί θαλάσση μέν δή Αιγειράταις ουδέν εστιν ες μνήμην, οδός δέ εκ τού επινείου δύο σταδίων καί δέκα ες τήν άνω πόλιν. [2] Ομήρου δέ εν τοίς έπεσιν Υπερησία ωνόμασται: τό δέ όνομα τό νύν εγένετο Ιώνων εποικούντων, εγένετο δέ επ' αιτία τοιάδε. Σικυωνίων αφίξεσθαι στρατός έμελλεν αυτοίς πολέμιος ες τήν γήν: οι δέ --ου γάρ εδόκουν αξιόμαχοι τοίς Σικυωνίοις είναι-- αθροίζουσιν αίγας, οπόσαι σφίσιν ήσαν εν τή χώρα, συλλέξαντες δέ έδησαν πρός τοίς κέρασιν αυτών δάδας, καί ως πρόσω νυκτός ήν, εξάπτουσι τάς δάδας. [3] Σικυώνιοι δέ--ιέναι γάρ συμμάχους τοίς Υπερησιεύσιν ήλπιζον είναι τήν φλόγα [καί] εκ τού επικουρικού πυρός--οι μέν οίκαδε επανήρχοντο, Υπερησιείς δέ τή τε πόλει τό όνομα τό νύν μετέθεντο από τών αιγών, καί καθότι αυτών η καλλίστη καί ηγουμένη τών άλλων ώκλασεν, Αρτέμιδος Αγροτέρας εποιήσαντο ιερόν, τό σόφισμα ες τοίς Σικυωνίους ουκ άνευ τής Αρτέμιδός σφισιν επελθείν νομίζοντες. [4] ου μήν καί αυτίκα εξενίκησεν Αίγειραν αντί Υπερησίας καλείσθαι, επεί κατ' εμέ ήσαν έτι οί Ωρεόν τήν εν Ευβοία τώ ονόματι Εστίαιαν εκάλουν τώ αρχαίω. παρείχετο δέ η Αίγειρα ες συγγραφήν ιερόν Διός καί άγαλμα καθήμενον λίθου τού Πεντελησίου, Αθηναίου δέ έργον Ευκλείδου. εν τούτω τώ ιερώ καί Αθηνάς άγαλμα έστηκε: πρόσωπόν τε καί άκραι χείρες ελέφαντος καί οι πόδες, τό δέ άλλο ξόανον χρυσώ τε επιπολής διηνθισμένον εστί καί φαρμάκοις. [5] Αρτέμιδός τε ναός καί άγαλμα τέχνης τής εφ' ημών: ιεράται δέ παρθένος, έστ' άν ες ώραν αφίκηται γάμου. έστηκε δέ καί άγαλμα ενταύθα αρχαίον, Ιφιγένεια η Αγαμέμνονος, ως οι Αιγειράται φάσιν: ει δέ αληθή λέγουσιν ούτοι, δήλός εστιν εξ αρχής Ιφιγενεία ποιηθείς ο ναός. [6] έστι καί Απόλλωνος ιερόν ες τά μάλιστα αρχαίον τό τε ιερόν αυτό καί οπόσα εν τοίς αετοίς, αρχαίον δέ καί τού θεού τό ξόανον, γυμνός, μεγέθει μέγας: τόν ποιήσαντα δέ είχεν ουδείς τών επιχωρίων ειπείν: όστις δέ ήδη τόν Ηρακλέα τόν εν Σικυώνι εθεάσατο, τεκμαίροιτο άν καί εν Αιγείρα τόν Απόλλωνα έργον είναι τού αυτού Φλιασίου Λαφάους. [7] Ασκληπιού δέ αγάλματα ορθά εστιν εν ναώ καί Σαράπιδος ετέρωθι καί Ίσιδος, λίθου καί ταύτα Πεντελησίου. τήν δέ Ουρανίαν σέβουσι μέν τά μάλιστα, εσελθείν δέ ες τό ιερόν ουκ έστιν ανθρώποις. θεού δέ ήν Συρίαν επονομάζουσιν, ες ταύτης τό ιερόν εσίασιν εν ημέραις ρηταίς, άλλα τε όσα νομίζουσι προκαθαριεύσαντες καί ες τήν δίαιταν. [8] οίδα καί οίκημα εν Αιγείρα θεασάμενος: άγαλμα ήν εν τώ οικήματι Τύχης, τό κέρας φέρουσα τό Αμαλθείας: παρά δέ αυτήν Έρως πτερά έχων εστίν, εθέλει δέ σημαίνειν ότι ανθρώποις καί τά ες έρωτα τύχη μάλλον ή υπό κάλλους κατορθούται. εγώ μέν ούν Πινδάρου τά τε άλλα πείθομαι τή ωδή καί Μοιρών τε είναι μίαν τήν Τύχην καί υπέρ τάς αδελφάς τι ισχύειν: [9] εν Αιγείρα δέ εν τούτω τώ οικήματι ανήρ τε ήδη γέρων ίσα καί οδυρόμενος καί γυναίκες [αι] τρείς αφαιρούμεναι ψέλια εισι καί ίσοι νεανίσκοι ταίς γυναιξί, [καί ο] ενδεδυκώς θώρακα είς. τούτόν φασιν Αχαιοίς γενομένου πολέμου μαχεσάμενον ανδρειότατα Αιγειρατών τελευτήσαι, καί αυτού τόν θάνατον οι λοιποί τών αδελφών οίκαδε απήγγειλαν: καί τούδε ένεκα αί τε αδελφαί διά τό επ' αυτώ πένθος αποκοσμούνται καί τόν πατέρα επονομάζουσιν οι επιχώριοι Συμπαθή, άτε ελεεινόν καί εν τή εικόνι.
[10] οδός δέ εξ Αιγείρας ευθεία από τού ιερού τού Διός διά τε ορών καί ανάντης εστί: μήκος μέν ούν τής οδού τεσσαράκοντά εισι στάδιοι, άγει δέ ες Φελλόην, πόλισμα ουκ επιφανές, ουδέ ως αεί ωκείτο καί Ιώνων έτι εχόντων τήν γήν. τά δέ περί τήν Φελλόην ες φυτείαν αμπέλων εστίν επιτήδεια: καί όσα πετρώδη τής χώρας, δρύς τέ εισι καί θηρία, έλαφοι καί ύς άγριοι: [11] ει δέ τινα τών εν Έλλησι πολισματίων αφθόνω καταρρείται τώ ύδατι, αριθμείν καί τήν Φελλόην έστιν εν τούτοις. θεών δέ ιερά Διονύσου καί Αρτέμιδός εστιν: η μέν χαλκού πεποίηται, βέλος δέ εκ φαρέτρας λαμβάνουσα: τώ Διονύσω δέ υπό κινναβάρεως τό άγαλμά εστιν επηνθισμένον. ες δέ τό επίνειον καταβάσιν εξ Αιγείρας καί αύθις ες τά πρόσω βαδίζουσιν έστιν εν δεξιά τής οδού τό ιερόν τής Αγροτέρας, ένθα τήν αίγα οκλάσαι λέγουσιν.
[12] τής δέ Αιγειρατών έχονται Πελληνείς: πρός Σικυώνος δέ ούτοι καί μοίρας τής Αργολίδος Αχαιών οικούσιν έσχατοι. τό δέ όνομα εγένετο τή πόλει λόγω μέν τώ Πελληνέων από Πάλλαντος, τών Τιτάνων δέ καί Πάλλαντα είναι λέγουσι, δόξη δέ τή Αργείων από ανδρός Αργείου Πέλληνος: Φόρβαντος δέ είναι τού Τριόπα παίδα αυτόν λέγουσιν. [13] Αιγείρας δέ εν τώ μεταξύ καί Πελλήνης πόλισμα υπήκοον Σικυωνίων Δονούσσα καλουμένη εγένετο μέν υπό τών Σικυωνίων ανάστατος, μνημονεύειν δέ καί Όμηρον εν καταλόγω τών συν Αγαμέμνονί φασιν αυτής ποιήσαντα έπος
οί θ' Υπερησίην τε καί αιπεινήν Δονόεσσαν: (Ιλιάδα 2.573)
Πεισίστρατον δέ, ηνίκα έπη τά Ομήρου διεσπασμένα τε καί αλλαχού μνημονευόμενα ήθροιζε, τότε αυτόν Πεισίστρατον ή τών τινα εταίρων μεταποιήσαι τό όνομα υπό αγνοίας. [14] έστι δέ Αριστοναύται Πελληνεύσιν επίνειον. ες τούτο εξ Αιγείρας τής επί θαλάσση σταδίων εστίν είκοσιν οδός καί εκατόν: ταύτης δέ ημίσεια ες Πελλήνην από τού επινείου. όνομα δέ Αριστοναύτας γενέσθαι τώ επινεω λέγουσιν, ότι καί ες τούτον τόν λιμένα ωρμίσαντο οι πλεύσαντες επί τής Αργούς.
…… ύδωρ δέ καί ενταύθα ανέδην εστί, καί επί τή μεγίστη τών πηγών τού Ασκληπιού τό άγαλμα ίδρυται. ποταμοί δέ εκ τών ορών κατέρχονται υπέρ τήν Πελλήνην, πρός μέν Αιγείρας καλούμενος Κριός: έχειν δέ αυτόν τό όνομα από Τιτάνος Κριού: [12] «*Κριός δέ» καί άλλος ωνόμασται ποταμός, ώς αρχόμενος εκ Σιπύλου τού όρους ες τόν Έρμον κάτεισι. καθότι δέ Πελληνεύσιν όροι τής χώρας πρός Σικυωνίους εισί, κατά τούτο ποταμός σφισι Σύθας, έσχατος ποταμών τών Αχαϊκών, ες τήν Σικυωνίαν εκδίδωσι θάλασσαν....
δήλον ως γέρα τού Ποσειδώνος επίσης έν τε Ελίκη καί εν ταίς Αιγαίς έχοντος. [13] ου πολύ δε απωτέρω Κράθιδος σημά τε εν δεξιά τής οδού καί άνδρα ευρήσεις επί τώ μνήματι ίππω παρεστώτα, αμυδράν γραφήν. οδός δε από τού τάφου σταδίων όσον τριάκοντα επί των καλούμενον Γαίον: Γής δε ιερόν εστιν ο Γαίος επίκλησιν Ευρυστέρνου, ξόανον δε τοίς μάλιστα ομοίως εστίν αρχαίον. γυνή δε η αεί των ιερωσύνην λαμβάνουσα αγιστεύει μην το από τούτου, ου μήν ουδε τά πρότερα έσται πλέον ή ενός ανδρός ες πείραν αφιγμένη. πίνουσαι δέ αίμα ταύρου δοκιμάζονται: ή δ' άν αυτών τύχη μή αληθεύουσα, αυτίκα εκ τούτου τήν δίκην έσχεν. ήν δέ υπέρ τής ιερωσύνης αφίκωνται γυναίκες «ες» αμφισβήτησιν πλέονες, η τώ κλήρω λαχούσα προτετίμηται.
XXVI. ες δέ τό επίνειον τό Αιγειρατών--όνομα τό αυτό ή τε πόλις καί τό επίνειον έχει--, ες ούν τό επίνειον Αιγειρατών δύο καί εβδομήκοντα από τού κατά τήν οδόν τήν Βουραϊκήν εισιν Ηρακλέους στάδιοι. επί θαλάσση μέν δή Αιγειράταις ουδέν εστιν ες μνήμην, οδός δέ εκ τού επινείου δύο σταδίων καί δέκα ες τήν άνω πόλιν. [2] Ομήρου δέ εν τοίς έπεσιν Υπερησία ωνόμασται: τό δέ όνομα τό νύν εγένετο Ιώνων εποικούντων, εγένετο δέ επ' αιτία τοιάδε. Σικυωνίων αφίξεσθαι στρατός έμελλεν αυτοίς πολέμιος ες τήν γήν: οι δέ --ου γάρ εδόκουν αξιόμαχοι τοίς Σικυωνίοις είναι-- αθροίζουσιν αίγας, οπόσαι σφίσιν ήσαν εν τή χώρα, συλλέξαντες δέ έδησαν πρός τοίς κέρασιν αυτών δάδας, καί ως πρόσω νυκτός ήν, εξάπτουσι τάς δάδας. [3] Σικυώνιοι δέ--ιέναι γάρ συμμάχους τοίς Υπερησιεύσιν ήλπιζον είναι τήν φλόγα [καί] εκ τού επικουρικού πυρός--οι μέν οίκαδε επανήρχοντο, Υπερησιείς δέ τή τε πόλει τό όνομα τό νύν μετέθεντο από τών αιγών, καί καθότι αυτών η καλλίστη καί ηγουμένη τών άλλων ώκλασεν, Αρτέμιδος Αγροτέρας εποιήσαντο ιερόν, τό σόφισμα ες τοίς Σικυωνίους ουκ άνευ τής Αρτέμιδός σφισιν επελθείν νομίζοντες. [4] ου μήν καί αυτίκα εξενίκησεν Αίγειραν αντί Υπερησίας καλείσθαι, επεί κατ' εμέ ήσαν έτι οί Ωρεόν τήν εν Ευβοία τώ ονόματι Εστίαιαν εκάλουν τώ αρχαίω. παρείχετο δέ η Αίγειρα ες συγγραφήν ιερόν Διός καί άγαλμα καθήμενον λίθου τού Πεντελησίου, Αθηναίου δέ έργον Ευκλείδου. εν τούτω τώ ιερώ καί Αθηνάς άγαλμα έστηκε: πρόσωπόν τε καί άκραι χείρες ελέφαντος καί οι πόδες, τό δέ άλλο ξόανον χρυσώ τε επιπολής διηνθισμένον εστί καί φαρμάκοις. [5] Αρτέμιδός τε ναός καί άγαλμα τέχνης τής εφ' ημών: ιεράται δέ παρθένος, έστ' άν ες ώραν αφίκηται γάμου. έστηκε δέ καί άγαλμα ενταύθα αρχαίον, Ιφιγένεια η Αγαμέμνονος, ως οι Αιγειράται φάσιν: ει δέ αληθή λέγουσιν ούτοι, δήλός εστιν εξ αρχής Ιφιγενεία ποιηθείς ο ναός. [6] έστι καί Απόλλωνος ιερόν ες τά μάλιστα αρχαίον τό τε ιερόν αυτό καί οπόσα εν τοίς αετοίς, αρχαίον δέ καί τού θεού τό ξόανον, γυμνός, μεγέθει μέγας: τόν ποιήσαντα δέ είχεν ουδείς τών επιχωρίων ειπείν: όστις δέ ήδη τόν Ηρακλέα τόν εν Σικυώνι εθεάσατο, τεκμαίροιτο άν καί εν Αιγείρα τόν Απόλλωνα έργον είναι τού αυτού Φλιασίου Λαφάους. [7] Ασκληπιού δέ αγάλματα ορθά εστιν εν ναώ καί Σαράπιδος ετέρωθι καί Ίσιδος, λίθου καί ταύτα Πεντελησίου. τήν δέ Ουρανίαν σέβουσι μέν τά μάλιστα, εσελθείν δέ ες τό ιερόν ουκ έστιν ανθρώποις. θεού δέ ήν Συρίαν επονομάζουσιν, ες ταύτης τό ιερόν εσίασιν εν ημέραις ρηταίς, άλλα τε όσα νομίζουσι προκαθαριεύσαντες καί ες τήν δίαιταν. [8] οίδα καί οίκημα εν Αιγείρα θεασάμενος: άγαλμα ήν εν τώ οικήματι Τύχης, τό κέρας φέρουσα τό Αμαλθείας: παρά δέ αυτήν Έρως πτερά έχων εστίν, εθέλει δέ σημαίνειν ότι ανθρώποις καί τά ες έρωτα τύχη μάλλον ή υπό κάλλους κατορθούται. εγώ μέν ούν Πινδάρου τά τε άλλα πείθομαι τή ωδή καί Μοιρών τε είναι μίαν τήν Τύχην καί υπέρ τάς αδελφάς τι ισχύειν: [9] εν Αιγείρα δέ εν τούτω τώ οικήματι ανήρ τε ήδη γέρων ίσα καί οδυρόμενος καί γυναίκες [αι] τρείς αφαιρούμεναι ψέλια εισι καί ίσοι νεανίσκοι ταίς γυναιξί, [καί ο] ενδεδυκώς θώρακα είς. τούτόν φασιν Αχαιοίς γενομένου πολέμου μαχεσάμενον ανδρειότατα Αιγειρατών τελευτήσαι, καί αυτού τόν θάνατον οι λοιποί τών αδελφών οίκαδε απήγγειλαν: καί τούδε ένεκα αί τε αδελφαί διά τό επ' αυτώ πένθος αποκοσμούνται καί τόν πατέρα επονομάζουσιν οι επιχώριοι Συμπαθή, άτε ελεεινόν καί εν τή εικόνι.
[10] οδός δέ εξ Αιγείρας ευθεία από τού ιερού τού Διός διά τε ορών καί ανάντης εστί: μήκος μέν ούν τής οδού τεσσαράκοντά εισι στάδιοι, άγει δέ ες Φελλόην, πόλισμα ουκ επιφανές, ουδέ ως αεί ωκείτο καί Ιώνων έτι εχόντων τήν γήν. τά δέ περί τήν Φελλόην ες φυτείαν αμπέλων εστίν επιτήδεια: καί όσα πετρώδη τής χώρας, δρύς τέ εισι καί θηρία, έλαφοι καί ύς άγριοι: [11] ει δέ τινα τών εν Έλλησι πολισματίων αφθόνω καταρρείται τώ ύδατι, αριθμείν καί τήν Φελλόην έστιν εν τούτοις. θεών δέ ιερά Διονύσου καί Αρτέμιδός εστιν: η μέν χαλκού πεποίηται, βέλος δέ εκ φαρέτρας λαμβάνουσα: τώ Διονύσω δέ υπό κινναβάρεως τό άγαλμά εστιν επηνθισμένον. ες δέ τό επίνειον καταβάσιν εξ Αιγείρας καί αύθις ες τά πρόσω βαδίζουσιν έστιν εν δεξιά τής οδού τό ιερόν τής Αγροτέρας, ένθα τήν αίγα οκλάσαι λέγουσιν.
[12] τής δέ Αιγειρατών έχονται Πελληνείς: πρός Σικυώνος δέ ούτοι καί μοίρας τής Αργολίδος Αχαιών οικούσιν έσχατοι. τό δέ όνομα εγένετο τή πόλει λόγω μέν τώ Πελληνέων από Πάλλαντος, τών Τιτάνων δέ καί Πάλλαντα είναι λέγουσι, δόξη δέ τή Αργείων από ανδρός Αργείου Πέλληνος: Φόρβαντος δέ είναι τού Τριόπα παίδα αυτόν λέγουσιν. [13] Αιγείρας δέ εν τώ μεταξύ καί Πελλήνης πόλισμα υπήκοον Σικυωνίων Δονούσσα καλουμένη εγένετο μέν υπό τών Σικυωνίων ανάστατος, μνημονεύειν δέ καί Όμηρον εν καταλόγω τών συν Αγαμέμνονί φασιν αυτής ποιήσαντα έπος
οί θ' Υπερησίην τε καί αιπεινήν Δονόεσσαν: (Ιλιάδα 2.573)
Πεισίστρατον δέ, ηνίκα έπη τά Ομήρου διεσπασμένα τε καί αλλαχού μνημονευόμενα ήθροιζε, τότε αυτόν Πεισίστρατον ή τών τινα εταίρων μεταποιήσαι τό όνομα υπό αγνοίας. [14] έστι δέ Αριστοναύται Πελληνεύσιν επίνειον. ες τούτο εξ Αιγείρας τής επί θαλάσση σταδίων εστίν είκοσιν οδός καί εκατόν: ταύτης δέ ημίσεια ες Πελλήνην από τού επινείου. όνομα δέ Αριστοναύτας γενέσθαι τώ επινεω λέγουσιν, ότι καί ες τούτον τόν λιμένα ωρμίσαντο οι πλεύσαντες επί τής Αργούς.
…… ύδωρ δέ καί ενταύθα ανέδην εστί, καί επί τή μεγίστη τών πηγών τού Ασκληπιού τό άγαλμα ίδρυται. ποταμοί δέ εκ τών ορών κατέρχονται υπέρ τήν Πελλήνην, πρός μέν Αιγείρας καλούμενος Κριός: έχειν δέ αυτόν τό όνομα από Τιτάνος Κριού: [12] «*Κριός δέ» καί άλλος ωνόμασται ποταμός, ώς αρχόμενος εκ Σιπύλου τού όρους ες τόν Έρμον κάτεισι. καθότι δέ Πελληνεύσιν όροι τής χώρας πρός Σικυωνίους εισί, κατά τούτο ποταμός σφισι Σύθας, έσχατος ποταμών τών Αχαϊκών, ες τήν Σικυωνίαν εκδίδωσι θάλασσαν....